Τρίτη

μ

Δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από αγελάδες που γνωρίζουν ή προσπαθούν να μάθουν
από τι είναι φτιαγμένο εκείνο στο οποίο δεν ξέρουν πως να φτάσουν.

Σάββατο

Ρομάντζο (Lady Grinning Soul)




Όλα ξεκίνησαν παρατηρώντας μια κονσέρβα που έχω στο ντουλάπι μου με σουπιές. 
Λήγει σε έντεκα χρόνια. Στις οκτώ πέμπτου του δύο χιλιάδες εικοσιτέσσερα.
Εγώ δεν τις τρώω τις σουπιές, άρα μένω μετέωρος όσο συνειδητοποιώ πως δεν γνωρίζω μέσα σε έντεκα χρόνια ποιος θα βρίσκεται στο σπίτι μου για να του τις προσφέρω.
Είναι μια πραγματικότητα, ένα γεγονός που με τρομάζει.
Ποιος θα είναι στην αγκαλιά μου μετά από έντεκα χρόνια;
Προσπαθώ να θυμηθώ ποιος φίλος μου τρώει σουπιές, παίρνω τηλέφωνα, ρωτάω..
Δεν μου πάει η καρδιά να τις πετάξω στα σκουπίδια, άλλωστε αν δεν ήταν οι σουπιές, θα ήταν κάτι άλλο που θα με έτρωγε.

Προσπαθώ να υπολογίσω με τι ρυθμό κυλά ο έρωτας κι ο χρόνος,
αν είναι ανάλογα ή αντιστρόφως, αν ο πρώτος εξαντλείται πιο γρήγορα ή πιο αργά με το πέρας του δεύτερου.
Ακούω Bowie, στη διαπασών.
Οι γριές γειτόνισσες μου, ενοχλημένες τσιρίζουν:
Να πάρει η ευχή, κλείσε τη μουσική.
Ματαιοπονείς, όποιος υπολογίζει το χρόνο είναι χαμένος, όποιος υπολογίζει στον έρωτα είναι χαμένος δύο φορές.


Χαμένος λοιπόν εγώ και μια και δύο και τρεις φορές, 
ανοίγω την κονσέρβα και κρεμάω μια σουπιά στο αυτί μου, σκουλαρίκι.

Δευτέρα

Ερμαφρόδιτες ιστορίες για κιθάρα και πιάνο.


  1. Στο μόνο που μπορώ να σου ορκιστώ, είναι στο κάπνισμα που προσπαθώ χρόνια να κόψω.
  2. Όταν τα φώτα σβήνουν και πια δεν μπορώ να διακρίνω το πρόσωπο σου μέσα στο σκοτάδι, δεν φαντασιώνομαι πως είσαι κάποιος άλλος.
  3. Στον ουρανό πετάω ότι με μελαγχολεί κι ελπίζω στην βαρύτητα και στον καλό της στόχο.


Τρίτη

Ποίηση και πέτρα.


Αν έχω στο μέλλον κι άλλες ευκαιρίες να αγαπήσω και να αγαπηθώ,
επειδή μέσα μου λες πως βρίσκεις ακόμη αποθέματα,
βράσε νερό και διάλυσε μέσα αλάτι.
Κάνε ένα διάλειμμα κι δώσε μου το διάλυμα να πιω, να δεις πως ξερνιούνται οι καρδιές,
και πως ξεχνιούνται.



Τετάρτη

Μισάζω.


Η πτώση είναι μία. Από τον τέταρτο.
Γενική πτώση. 
Όλα πέφτουνε και σπάνε χάμω και γίνονται θρύψαλα,
μουσικά όργανα, συκώτια μαράκες, σπλήνες ντραμς, εντόσθια χυμένα. 

Η κρούση είναι μια. Από τον τέταρτο στον ακάλυπτο με τις βερικοκιές.
Ονομαστική κρούση. 
Ο Παντελής, κουτούλησε, έγινε αλοιφή, ένα με το χώμα...

Η ώρα είναι μια. Από τον τρίτο ακούγεται μια ιστορία. 
Δεν κοιμάται ποτέ αυτή η πολυκατοικία, μια γυναίκα μονολογεί.
Από ότι κατάλαβα, την παλιά Αθήνα περιγράφει, παλιά, ιστορεί, δεν έπεφταν από τα μπαλκόνια του τετάρτου ορόφου οι ερωτευμένοι, ούτε από τα ρετιρέ, γενικά δεν έπεφταν,
μόνο έβγαζαν τα πόδια τους έξω από τα παράθυρα και πετούσαν, 
για φαντάσου Αγάπη μου, πετούσαν λέει, πετούσαν ελεύθεροι, σαν τα πουλιά,
κι έγραφαν τα ονόματα τους στον ουρανό, με τέμπερες αέριες, κάτι σαν κλανιές με χρώμα.

Φέρε μου να κάνω ένα τσιγάρο, κι άκου να δεις πως έχει το σχέδιο. Πέφτω πρώτος εγώ. 
Μετά από μισή ώρα φωνάζεις το όνομα μου και με ρωτάς αν στο ισόγειο έχει υγρασία,
με ακολουθείς μόνο αν δεν με ακούσεις να σου απαντώ.
Ειδάλλως περιμένεις άλλα τρία τέταρτα, ρωτάς την ίδια ερώτηση, κι πράττεις αναλόγως.
Λογικά τη δεύτερη φορά δε θα λάβεις απάντηση, δεν έχω δα και τόσο γερή κράση,
πάνω κάτω μετά από μία ώρα, θα είναι το έδαφος πάλι ουδέτερο,
σαν πρώτα κι εγώ λίπασμα για τις βερικοκιές.

Οφείλω να ομολογήσω πως την τελευταία στιγμή, 
προσπάθησα να πέσω ανάσκελα με τα χέρια μου ανοικτά, για να προσγειωθείς στην αγκαλιά μου,
μόνο που ποτέ δεν έμαθα αν κάτι τέτοιο συνέβει. 
Ωστόσο υποψιάζομαι πως τα καταφέραμε 
διότι σήμερα τρώμε μαζί στο ίδιο τραπέζι
και τα σκυλιά μας γερνάνε πιο αργά από ότι γερνάμε εμείς.


Πέμπτη

Άφιλτρες ηλιαχτίδες ( φαινόμενο θερμοκηπίου )


από, προς, για, τον Μιχάλη, τον αδελφό μου 





Τα παράδοξα του έρωτα.
-Ημιτελής κι αναχρονιστικός-
Μα έτσι δεν τον γουστάρουμε εμείς τον έρωτα; Σαν πώς; 
Δεν είμαστε της παλιάς σχολής, εμείς; Πώς αλλιώς; 

Να έχουμε, βρε αδελφέ, κάτι να πιούμε, κάτι να φάμε, 
για κάποιον να κλαψουμε, κάτι να γράψουμε,
να τραγουδήσουμε για κάποιον, να αναπολούμε.
Να έχουμε με φίλους να λέμε, πως ζήσαμε, στα εξήντα πέντε μας.




-Χαιρετώ!
-Οδηγώ.
-Σε φιλώ!
-…

-Σε τραγουδαω παντού, παντού, κι σε όλους τους τοίχους σε γράφω.
-Γελαω μαζι σου,
-Σε αγαπάω!
-Γελάω μαζί σου,
-Σε φοράω, κολώνια, τζάκετ, παπούτσια, μάρκα τσιγάρα!
-Είσαι υπέροχος.
-Έχει γεμίσει το σπίτι χρησιμοποιημένες καπότες. Χαχα ( επιτηδευμένα γέλια )
-…

-Μου αρέσει όταν δεν μου μιλάς, γιατί ξέρω πως κάτι σκέφτεσαι, να μου πεις.
-...

-Ακούς; Έρχεται μουσική από το δίπλα δωμάτιο.
Μεράκλωσε το κακομαθημένο της οικογένειας.
-Προοικονομία;
-Ε; Κάνε οικονομία, να πάμε εκδρομή την άλλη εβδομάδα. ( όλος ενθουσιασμό )
-Ό,τι θες ακούς.
-Εσένα ακούω. Εσένα θέλω.
-...

δέκα μέρες χάσκει η αγάπη
δέκα μέρες πάσχει το φιλί,
ότι ήθελα πολύ


-Έρχομαι!
-Έρχεσαι;
-Ναι, έρχομαι, "γλυκιά στιγμή της στιγμής" μου.
-Είχα φύγει, καλέ μου, πριν φύγεις από εκεί, που για να γυρίσεις πάλι πίσω επιθυμείς.
-Έρχομαι σου λεω, περίμενε μισό λεπτό μόνο!
-...

-Πονάω! Πονάω και πίνω και μεθώ.
-Άλλα ζητάω, ζητάω πολλά;
-...

-Μεγαλώνω.
-Μεγαλώνω. 




Το λουκάνικο Μπέρι είναι ερωτευμένο με μια γουρούνα,
κι άλλοι τέτοιοι αδιέξοδοι έρωτες. 

Σάββατο

Ο έρωτας παχυσαρκεί

Είμαι ερωτευμένος, Κύριε, με αυτό το αδύνατο,
που παχαίνει μέσα μου και σκάει.
Με το θέλω, αλλά δεν μπορώ.
Είμαι ερωτευμένος, Κύριε.

Τους τελευταίους μήνες, Κύριε,
έχω χάσει τέσσερα κιλά κι την γεύση μου,
νομίζω δεν μυρίζω και το δωμάτιο έχει γεμίσει μύγες.

Είμαι ερωτευμένος, Κύριε, με αυτό το αδύνατο,
που έχει κάνει την σκέψη μου παχύσαρκη
και σκέφτομαι μόνο την πέτσα, ούτε μελωδίες, ούτε αισθήματα, ούτε φίλους.

Είμαι ερωτευμένος, Κύριε, με αυτό το λεπτό μαχαίρι,
που μας φέρνει κοντά,
που κόβει το κρέας, το κουνουπίδι, όποιον αντιπαθώ, ή και όχι.

Είμαι ερωτευμένος, Κύριε, με αυτό το αδύνατο,
που βρίσκεται στην προέκταση του άξονα της γης,
λίγο πιο πάνω απο το Αστέρι του Βορρά.
-Ναι, Κύριε, σωστά καταλάβατε, σας μιλάω για κάτι, πολύ αδύνατο.

Έχω λεπτά αισθήματα, αδύνατα χέρια, σχέδια και απραγματοποίητα όνειρα.


Τρίτη

Don't smoke in bed.




Να είναι νωρίς το απόγεμα κι να μπαίνει λίγο, απαλό φως στο δωμάτιο, στην Ελλανίκου
να τους χτυπά στα μάτια, μα να μην τους ενοχλεί.
Να είναι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, κάτω από τα σεντόνια,
χωρίς να μιλάνε, ήρεμοι.
Να έχουν λιώσει τα παγάκια στο φραπέ, να έχει γίνει νερομπούλι,
να έχουν σβήσει τα τσιγάρα στο τασάκι,
κι από το ράδιο να παίζει μαγνητοσκοπημένη η εκπομπή "Η γοητεία της αμιφισβήτησης".
Να μυρίζει κλεισούρα κι ανθρωπίλα όλο το δωμάτιο, 
να έχουν να βγουν από το σπίτι τέσσερις μέρες,
να τρώνε το φαγητό που έστειλε η θεία σε ταπεράκια,
να είναι βρώμικη η κουζίνα, κι να θέλουν πλήσιμο οι κουρτίνες.

Να φιλιούνται στα χείλη,
καθώς ακούγεται η Baez να τραγουδά play me backwards.
Δεν είναι ωραία η ζωή, σκέφτονται, 
είναι υπέροχη η στιγμή, ψιθηρίζει ο θαρραλέος,
κι το ραδιόφωνο ξεκινά τις διαφημήσεις..


Παρασκευή

Μην σταματάς



Οι αλήθειες μας, είναι όλες τόσο ευρύχωρες και αθώες,
που αν ψέμα ήταν, δεν θα μας έκαιγε.



Τι όροφο ζεις;
Έχει μεγάλη τραπεζαρία το σπίτι σου;
Από ποια κλίση ο ήλιος πέφτει στα μάτια σου το πρωί και σε ξυπνάει;
Βλέπεις όνειρα;
Πού πίνεις τον καφέ σου τα πρωινά;
Πώς πίνεις τον καφέ σου;
Έχει θέα Λυκαβηττό το μπαλκόνι σου;
Έχει πρόσβαση σε ουρανό;


Απόψε, φανερά βλέπω κάτι, ανάμεσα στα δόντια του,
που θέλει σάλιο να γίνει, συλλαβή, μιλητό,
να αλαλάξει, τα όχι ευρύχωρα μας και αθώα,
να μεταλλάξει τα όχι ευχάριστα μας, σε καλά έτη από εδώ και πέρα.

Απόψε, φανερά βλέπω κάτι, ανάμεσα στα δόντια του.
Mόνο που τα μάτια του μένουν ορθάνοιχτα.
Λήγει, να φτύνει το ταμπάκο 
που πάλι κόλλησε στη γλώσσα του, 
σιωπάζοντας κι αδρανοποιώντας 
τα πάντα.