Δευτέρα

Κατεβαίνει τώρα


Πέντε
Δέκα
Δεκαπέντε
Είκοσι
Είκοσι πέντε
Τριάντα
Τριάντα πέντε
Σαράντα
Σαράντα πέντε
Πενήντα
Φτου και βγαίνω.
Πού είσαι κρυμμένη Ευτυχία;

Πέντε
Δέκα
Δεκαπέντε
Είκοσι
Είκοσι πέντε
Τριάντα
Τριάντα πέντε
Σαράντα
Σαράντα πέντε
Πενήντα
Στα πενήντα μου σε ψάχνω ακόμη.
Πού είσαι κρυμμένη Ευτυχία;

Ύστερα,
Εξήντα
Εξήντα πέντε
Εβδομήντα
Εβδομήντα πέντε
φτου και βγαίνω και χάνομαι και φεύγω


Mα πού είσαι κρυμμένη Ευτυχία;
~-~



~-~

Από τη μέση και πάνω οκτώ οργασμούς,
από τη μέση και κάτω ενεά.

~-~

Άμα τα τανάπαλι με καθιστούν αιώνιο
Τα τούμπαλιν και τη ναυτία τα καταπολεμώ με μαϊντανό.


Τρίτη

Λάσπη

στο Μιχάλη


Ανήλικος-Ενήλικος. 
Περίληψη, όμορφη η ζωή.

Έπειτα μεγαλώνω, ερωτεύομαι, παντρεύομαι, το συνηθίζω, αγαπάω.
Κάνω παιδιά, τα αγαπάω.
Αγαπάω την γυναίκα μου.
Όμορφη η ζωή.

Διασκεδάζω,
μια παρέα φίλων.
Θα πει γελάω.

Διασκεδάζω,
μια παρέα λασπωμένη, στριμωγμένη, σε σφηνοπότηρα.
Θα πει μεθώ.
Θα πει μεθώ.

Δεν περπατάω, ύστερα, σκοντάφτω  
κοιτάω τον κόσμο με άλλο μάτι,
κάνω στροφές γύρω από τον εαυτό μου,
μυρίζω σαμπούκα.
Όμορφη η ζωή;

Τρέχω με χίλια χιλιόμετρα την ώρα, όλοι μαζί μου γελάνε.
Δεν μ' αρέσουν οι Μιχάληδες όταν μεθάνε!

Τρέχει το δάκρυ με χίλια χιλιόμετρα την ώρα, με μοιρολογάνε.
Δεν μ' αρέσουν οι Μιχάληδες όταν μεθάνε!

Δεν σε κλαίω που έφυγες,
γιατί δεν σε κλαίω ούτως ή άλλως.
Τα πάντα γύρω μου, αλλάζουνε και κλαίω
έφυγες κι όλα γύρω, σου μοιάζουνε και κλαίω


Φωνάζουνε,
τα αστέρια από ψηλά που σε κοιτάνε
Δεν μ' αρέσουν οι Μιχάληδες όταν μεθάνε!




Αέρας,
είναι ο πατέρας.
-Μάνος Πετράκης

Πέμπτη

ΓΑΜΑ

Άνοιξε τα μάτια του
και βγήκαν από τα ματοτσίνορα πεντάγραμμα γεμάτα παύσεις,
παύσεις ογδόου,
παύσεις τετάρτου
και άνω τελείες που έκαναν τα τραμ να σταματήσουν.
Με αποτέλεσμα, να μην φτάσει σήμερα, στο σπίτι μου, ο ήλιος.

Άνοιξε την καρδιά του ύστερα
και το πεντάγραμμο απέκτησε κλειδί
ρυθμό
νότες, μονότονες,
και μια ηλίθια επανάληψη, κάπου στο τέλος,
που έκανε από τα χείλη μου να κρέμονται λέξεις και σκέψεις αιώνια,
χωρίς να λέγονται ποτέ
αφού μόλις σε έβρισκα στο τέλος του μέτρου, χανόσουν και ξεκινούσα πάλι απο την αρχή.


Άνοιξε τέλος το στόμα του, φύσηξε τον καπνό και όλη η Αθήνα γέμισε πίκρες.

Δευτέρα

Rust.

το πώς επιβιώνω και το αν


Ύστερα σχεδόν από έναν χρόνο, κοίταξα ξανά τον εαυτό μου στον καθρέπτη του μπάνιου.
Κι του μίλησα ειλικρινά.

Μπορεί να μην σου ανήκω, του είπα, να μην είμαστε φίλοι, μα I love you dearly.
Μπορεί να μην δακρύζουν τα μάτια μου πια, μα στάζει η βρύση του μπάνιου.
Πως άλλαξα Ιδανικά εξομολογήθηκα,
πως Ιδανικά είναι κι αυτά είπα, για να με υπερασπιστώ στον εαυτό μου.
Μπορεί να μην ανοίγω τα χείλη μου για να μιλήσω,
μα την χροιά μου ακούς όταν σου απευθύνουν τον λόγο οι φίλοι μου.

Ο ουρανός δεν είναι γαλάζιος.
Ο ουρανός, δεν είναι γαλάζιος.
Το τοπίο, το οποίο όπιο πίνω για να δω, είναι πάντα πιο φαντασμαγορικό.
Κι πως o ουρανός δεν είναι γαλάζιος, του δήλωσα.


Τότε ήταν που τα χέρια μου πήραν την πρωτοβουλία. Άνοιξαν το μάτι της κουζίνας κι τοποθέτησαν πάνω του το πρόσωπό μου. 
Περιμένοντας, υπομονετικά. 

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ


Παίρνω δύναμη από το χαμόγελο ενός αγοριού που πετυχαίνω τυχαία στο δρόμο,
μπορεί να μην έχετε το ίδιο όνομα, να του λείπουν τα δύο μπροστινά δόντια και η ικανότητα να σε μιμείται, μα λέω στον εαυτό μου πως σου μοιάζει.
Ωστόσο δεν σου μοιάζει αλήθεια αλλά μπορώ να το κάνω να.
Έχω φαντασία εννοώ τόση ώστε.


Παίρνω δύναμη από το χαμόγελο ενός αγοριού που πετυχαίνω τυχαία στο δρόμο, 
ανοιγοκλείνω τα μάτια μου,
σε σχηματίζω στο μυαλό,
ανοιγοκλείνω τα χέρια μου και πετάω.

-Αν μπορώ με ρωτάς να πετάξω, όσο εγώ δεν σε ακούω γιατί βρίσκομαι ήδη ψηλά.


Θέληση, πίστη και πολύ απιστία κάνει όμορφα αγόρια να βγάζουν φτερά.




"Ζούσα αραγμένος σε λιμάνι
ώσπου σε αγάπησα" 

Πέμπτη

Τι θα πει στην υγεία μας;




Μου αρέσουν οι αιρετικοί άνθρωποι, κι οι αθώοι.
Το κόκκινο, καλό κρασί που αφήνει στάμπες στα χείλη, στην καρδιά,
και κάνει χάλια τα χαλιά.
Kι εσύ που από εδώ το έφερες από εκεί το έφερες απόψε, με φίλησες στο στόμα με νότες.
μου έλειψες μουσική μου
Βλέπετε; Δεν είμαι ένας απλός αποτυχημένος εραστής εσωρούχων.

Τρίτη

Παράνοια κατόπιν συνεννόησης

SUGAR.


Σίγουρα μια μέρα μόνος θα διασχίσω τους μεγάλους δρόμους χωρίς την κομπανία κανενός, χωρίς εσένα ή το άρωμα σου δίπλα μου,
θα γευματίσω στο αγαπημένο μου εστιατόριο μόνος και θα τσουγκρίζω το ποτήρι μου με τον γκαρσόν,
θα επισκεφτώ το ομορφότερο νησί του κόσμου χωρίς συνοδό.
Σίγουρα μια μέρα δεν θα σε έχω ανάγκη και το τατουάζ με το όνομά σου θα έχει σβηστεί από το μπράτσο μου, σίγουρα μια μέρα.

Ώσπου να γίνει αυτό θα υποφέρω τραγικά κάθε μέρα.
Θα περιφέρομαι στους άδειους δρόμους σαν τρελός, με την δεξιά μου παλάμη ελεύθερη έτοιμη να πιαστεί με τη δική σου, με κλειστά μάτια κι με μυαλό πήχτρα σε ιστορίες οργίων για το τι κάνεις τις νύκτες μακριά μου, τι τρως, τι πίνεις, που πας και το δίνεις.
Θα μένω νηστικός κοιτάζοντας την ώρα να περνά, περιμένοντας σε μάταια έξω από το αγαπημένο σου εστιατόριο,
Θα κρεμιέμαι κάθε τόσο από την πλώρη των πλοίων που φτάνουν στο λιμάνι του ομορφότερου νησιού του κόσμου, φωνάζοντας το όνομα σου, παρακαλώντας τα να με αράξουν όχι αλλού παρά μόνο στην αγκαλιά σου μέσα, στο δικό μου λιμάνι.

Δεν σε αγάπησα ποτέ, φωνάζω για να πιστέψω.
Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ, καταπίνω για να μην ξεστομίσω, ακούσω και αποτρελαθώ.
Πότε αναρωτιέμαι ο δύστυχος θα σταματήσω να γράφω το όνομά σου στο χαρτί της εφημερίδας αφηρημένος όταν είμαι ενώ μιλάω στο τηλέφωνο, αφού έχουν ήδη περάσει τόσα χρόνια.



"Ένας κουφός κρυμμένος στο λαρύγγι μου 
αρχειοθετεί τα ουρλιαχτά μου."
-Παντελής  Μπουκάλας

Παρασκευή

Tου μορφασμού.

Ο ένας πλάι στον άλλον 
στο πλάι του άλλου κανείς. 

Γεμάτη είναι η άδεια ζωή μας με ξένους ανθρώπους. Ανθρώπους περαστικούς, υπεραστικούς, του κρεβατιού, της τάβλας, της καύλας, του σπιτιού, του δρόμου, του υπόδρομου. Με φουσκωμένα χείλη και φουσκωμένα μυαλά με φαγωμένα νύχια με λαδωμένα μαλλιά και σπυράκια. Γεμάτη είναι η άδεια ζωή μας με ξένους ανθρώπους.

Δεν φταίω, δεν φταις, δεν φταίει κανείς άλλος εκτός από εμένα κι εσένα. Ίσως πάλι να μην φταίμε ούτε εμείς. Πάει καιρός που σταμάτησα να πλένομαι, κάθε που αποχωριζόμουν τα νεκρά μου κύτταρα σε ένοιωθα όλο και πιο μακριά μου. Πως πνίγεσαι στους υπονόμους.
Σαν να σ' έχανα. Σαν να έχανα.

Ο έρωτας μένει μακριά και πάει καιρός που σταμάτησε να με παίρνει τηλέφωνο. Ωστόσο όταν απολύτως τίποτα δεν έχει αξία για εμένα, φρόντιζε έρωτα να βρίσκεσαι κάπου κοντά στο διαμέρισμα μου, να εισβάλεις γρήγορα, να μου θυμίζεις πως τίποτα δεν χάθηκε στα γρήγορα και να μου δίνεις το χάπι που παίρνω όταν τέτοια ποιήματα γράφω, που κρύβω στο τρίτο συρτάρι με τα πορνοπεριοδικά.

Το ροζ τατουάζ στο μπράτσο σου και όποιος αγαπηθεί πρώτος.



Τρίτη

Ο φούρνος στην Ελλανίκου.



Τι να σου πω για εμένα, για να με μάθεις καλύτερα;
Ποιος είμαι; Ποιος είμαι;
Τι κάνω τα βράδια μετά το πανεπιστήμιο; Κάθομαι, ο "δήθεν" μπροστά στο  laptop του αδελφού μου κι προσπαθώ να γράψω το τέλος κάποιου ποιήματος.
Τι τρώω; Παραγγέλνω από έξω.
Αν ακούω μουσική; Ακούω.
Αν μου αρέσει η Laura Marling; Ναι.
Αν γουστάρω τα απογεύματα στο δρόμο για το σπίτι να με πετυχαίνει η βροχή κι να κάνει τα ρούχα μου κουρέλια; Υπάρχω κι χωρίς αυτό.
Που μεγάλωσα; Κρήτη.
Αν οι γονείς μου είναι οκέι; Και με το παραπάνω.
Με ποιο χέρι γράφω; Προτιμώ το αριστερό.
Αν έχω αδέλφια; 2
Αν μου αρέσει ο Brassens; Σε μετάφραση Νόττα κάτι λέει.
Αν με άγγιξε το "δίδαγμα του ηλιοτρόπιου"; Δεν το πολυκατάλαβα, αλλά έπιασα το νόημα πάνω κάτω, καλό είναι.
Το νέο CD του Tom Waits; Δεν τρελάθηκα.
Αγαπημένος τραγουδιστής; Το αρμόνιο που έχω στο σπίτι έχει μια ρύθμιση...
Ταξίδια; Ναι.
Λεφτά; Όχι.
Με αγαπάς; Μαλακία ερώτηση.

Τι να σου πω για εμένα, για να με μάθεις καλύτερα;
Αν θερμαίνω τις κάλτσες μου όλη νύκτα στο καλοριφέρ για να είναι ζεστές το επόμενο πρωί; Όχι αλλά  αν μη τι άλλο είσαι ευρηματικός.
Αν καπνίζω; Σας παρακαλώ δεν θα ήθελα.
Τι κάνει την καρδιά μου να χτυπά δυνατά; Αυτό.
Πόσο λατρεύω τα φιλιά μας; Τόσο όσο διαρκούν.

Τι να σου πω για εμένα, για να με μάθεις καλύτερα;
Μάθε με χωρίς τίποτα να πω, μήτε το όνομα μου, λέγε με Oliver.
Κι αν ποτέ με δεις στο δρόμο, φωνάξεις το όνομα μου και δεν γυρίσω, μην διστάσεις, βγάλε από τα αυτιά μου αυτά τα κακόγουστά πράσινα ακουστικά, πιάσε με από το χέρι. 
Ξέρω ένα καλό cafe κάπου εκεί κοντά, όπου μπορούμε να καθίσουμε ήρεμα, να πιούμε έναν καφέ φίλτρου τούμπανο σε ζάχαρη κι σε γάλα, να σου πω για εμένα τα πάντα, να με μάθεις καλύτερα βρε αδελφέ.

Δευτέρα

Από τις δεκαεπτά κι έπειτα.



Μπορεί ο θυμός να μην βγει απο τα δόντια μας έξω, να μείνει μέσα στο στόμα κι η γλώσσα μας να μην πυρακτωθεί;



Η ώρα Μια το μεσημέρι, καφέ στην Τζορτζ, τσιγάρο,
παραμονή της Μέρας που περιστέρια με πανό στα χέρια, καθισμένα σε κάγκελα,
άνοιξαν τα κλουβιά, ελευθερώνοντας ένα τεράστιο πλήθος νέων ανθρώπων
έξω απο το πανεπιστήμιο.



Πιο επίκαιρος από ποτέ,
πλησιάζω κοντά σου
σου πιάνω το χέρι

από πότε έγινε ξανά ανεπίκαιρη, η επίκληση στην ελευθερία;