Παρασκευή

Οι γλυκές ιστορίες γράφονται με γιώτα καραμελωμένο.


Όνειρα και ιδέες σε τρώνε όταν μόνος πονάς,
Γιατί πονάς πολύ,
Γιατί πονάς συχνά.

Ονειροπολείς, χαμογελάς, απορείς με τη διάθεση σου,
-χαζές απορίες, πολύς θόρυβος, φύγετε.

Ξανά μόνος, δίχως απορίες, μόνος ξανά.

Βρίσκεις χρόνο,
γίνεσαι κτίστης,
άλλος Απόλλωνας,
κι εκεί χτίζεις ιδέες
Εσένα.



Είσαι εδώ και ας μην ήσουν ποτέ.
Ορίζεις αόριστος , και της ζωής μου την κατεύθυνση.
Στην καρδιά μου, το όνομά σου, χαράζεις.
Τι κι αν αλλάζεις, μήπως σε γνώρισα ποτέ.
Σε βλέπω πάντα,
Και πάντα σε βλέπω σαν να ‘ναι πρώτη φορά.
Τι και αν αλλάζεις ,μήπως σε γνώρισα ποτέ.


Ποίημα του  Άλκη

Πέμπτη

Desperate.

Μείνε μια νύκτα ακόμη πλάι μου,
να προλάβω μέχρι αύριο το πρωί,
να συνειδητοποιήσω,
τι διαμάντι θα πει ο πετεινός πως χάνω.

Μείνε μια νύκτα ακόμη πλάι μου ντεσπεράντο!


Πέμπτη

Το πρώτο μου καλοκαίρι.


Το πρώτο πράγμα που θα κάνω όταν φύγω από εδώ, είναι να σε πάρω μαζί μου,
να σου δείξω που έχω θάψει την καρδιά μου χρόνια τώρα,
να καταλάβεις γιατί δεν μπόρεσα ποτέ να σε ερωτευτώ.

Θα σε πιάσω από το χέρι,
θα ενώσω τα χείλη μου με τα δικά σου,
θα κλείσω τα μάτια
και μυρίζοντας μουρέλα κι άγρια γη, θα σε οδηγήσω στο οικογενειακό μου σκάμμα. 

Θα το δω,
θα δακρύσω, γιατί θα χω καιρό
θα πάρω μια βαθιά ανάσα
και θα σάξω.

Θα ψηλώσω, αυτόματα,   
θα βγάλω φτερά,                                                                                      
θα γίνω αγγελιοφόρος, πελαργός και θα πετάξω.            

Θα συρρικνωθώ
σκουλήκι θα γίνω
και θα σκάψω.

Εκεί θα σκάψω,
θα σκάψω και θα βρω τη καρδιά μου να κτυπά ακόμα,
θα ανοίξω τα ράμματα που χω στο αριστερό μου στήθος, 
θα τη φορέσω γρήγορα, γρήγορα
θα ξεκολλήσω τα χείλη μας
και επιτέλους ερωτευμένος, θα σε φιλήσω στο στόμα .



Τρίτη

Palermo Palermo.


Αγάπη είναι όταν η μαμά δίνει στο μπαμπά το καλύτερο κομμάτι κοτόπουλου.
~.~
Στα ελληνικά, παίζω πιάνο, προβάλλομαι στην γερμανική τηλεόραση και η νύκτα πέφτει στο Παλέρμο.
~.~
«Αυτό που η κάμπια ονόμασε τέλος του κόσμου, η ζωή το ονομάζει πεταλούδα»
~.~
Να με καθρεπτίσουν τα μάτια σου ένα απόγευμα, μια άκυρη στιγμή καθώς περνάω απο δίπλα σου,
να με θυμάσαι κι αύριο το βράδυ
Μια σκέψη σου να μαι, αχ!
Και η μοναδική μακάρι.
~.~
Η αθωότητα είναι η γοητεία σου όλη.
 ~.~
Είναι αλήθεια μοναστήρι το κρεβάτι μου.
Ένα κόλπο με χαρτιά το αίσθημα μου είναι, αλήθεια. Και να γουρλώνεις τα μάτια σου.
~.~

Μοναξίλα, αγάπη μοναξίλα.
Κάνει τα πόδια να μυρίζουν.
 


Τετάρτη

Η ερωτική εξομολόγηση του Γιώργου.


Έγραψα το όνομα σου σε παραλία με ξύλο αλμυρικιού
το πήρε το κύμα
-καλοκαίρι

Έγραψα το όνομα σου σε βυθό με κοχύλι αγκαθωτό
το πήρανε τα ψάρια
-απόγευμα

Έγραψα το όνομα σου στο σκονισμένο παρμπρίζ ενός Mazda με τον νύχι μου
το πήρε ο πακιστανός
-Ελλάδα, Αθήνα, Πατησίων, στα φανάρια
 


Θα σε φωνάζω θάλεια Ζωή,
για μια ολόκληρη ζωή,
 γιατί υπήρξες αγάπη αναγελούσα.



Ο Γιώργος:

Έγραψα το όνομα σου στη παραλία και το πήρε το κύμα
Έγραψα το όνομα σου στο βυθό και το πήρανε τα ψάρια
Έγραψα το όνομα σου στο αμάξι και το πήρε ο πακιστανός

Παρασκευή

GALA


Χωράω στην παλάμη σου και δυο φορές
Τα που δεν λες
Ψάχνω στα λόγια που μου πες

Στα ανήσυχα σου βλέμματα, θαυμάζω
Εκείνο που τα βράδια
φως δίνει στα φεγγάρια

Χωράω στην παλάμη σου και δυο χωράω.

Μέσα μου ζει κι ο έρωτας.



Οι νύκτες στην μπλαβιασμένη Αθήνα μοιάζουν με σκιές, απροσδιόριστες,
ανθρώπων που πέρασαν και δεν άγγιξαν.  

~.~

Οι φίλοι τον κοιτούν και τρέμουν,
πως έγινε έτσι το παιδί,
αυτό που κάποτε έσταζε μέλι για δάκρυα,
ξερνάει μιαν ανθρώπινη ψυχή
κάθε βράδυ
κάθε βράδυ, τα ίδια και τα ίδια,
να με φωνάζετε ξένο. Ξένο!

~.~

Τα  πάθη μου πέφτουν δάκρυ δάκρυ, μα δεν λυτρώνομαι,
κάθε τέλος νύκτας  χύνω κανάτες βρωμιάς, λες και κάνει ένα άπλυτο σύννεφο γιορτή πάνω από το κεφάλι μου.


Πέμπτη

Όλα για μένα. Όλα δικά μου.


Γυρίζω τον χρόνο πίσω όποτε βρίσκω χρόνο ελεύθερο, σε θυμάμαι, επικοινωνώ μαζί σου,
χάνομαι στον χρόνο, πηδάω από σύννεφο σε σύννεφο ευτυχισμένος, χορεύω ρόκ εν ρολ,
τρώω παγωτά, τρέχω, πηδάω από σύννεφο σε σύννεφο ευτυχισμένος, αρμενίζω στα πέλαγα,
τρώω παγωτά, τρέχω, κάνω βουτιές σε αγκαλιές, τραγουδώ.

Έπειτα παίρνω το πρώτο ταξί που βρίσκω στο δρόμο μου,
και γυρνάω σπίτι πίσω στην πατούμενη γη.

Είναι πάλι στιγμές που λέω από μέσα μου
- πόσο άδικο να μας χωρίζει απόσταση ικανή να καθιστά ανέλπιδη ευχή ένα σου άγγιγμα
- πόσο άδικο να ναι τόσο μικρό το χέρι σου.

Γιατί ξέρω, πως η αγάπη δεν κάνει την γη να γυρίζει,μα μια βόλτα στο πάρκο μαζί σου να αξίζει τον κόπο.
Για εμένα που τα πάντα είναι να μου πιάνεις το χέρι, το πάντα ιδρωμένο. 
Του που διψά για αγάπη το χέρι, το χέρι μου.

Το πρώτο ενικό πρόσωπο μου, έκανα μάσκα, και όταν σε θυμάμαι,
χάνομαι στον χρόνο,πηδάω από σύννεφο σε σύννεφο ευτυχισμένος, χορεύω ρόκ εν ρολ,
τρώω παγωτά, τρέχω, πηδάω από σύννεφο σε σύννεφο ευτυχισμένος, αρμενίζω στα πέλαγα,
τρώω παγωτά, τρέχω, κάνω βουτιές σε αγκαλιές, τραγουδώ.
Έτσι μου φεύγει η λύπη, έτσι περνάει ο πόνος μου, ο χρόνος μου και με αφήνει

Σάββατο

Όμορφο μπορώ.


Το ομορφότερο μπορώ είναι εκείνο,
 που φέρνει πίσω ανθρώπους και στιγμές, σαν να ήταν χθες,
προτού μια για πάντα πίσω σε αφήσω.
~.~
Όσες φορές γυρνάω πίσω,
βλέπω στα μάτια των δικών μου τα μάτια του,
τον που έμεινε εδώ και πίσω,
τη ζωή και τα όλα του.
~.~
Αλλάξαμε δέρμα, μετακομίσαμε μακριά ο ένας από τον άλλον, μεγαλώσαμε, συχνάζουμε σε άλλα στέκια μα με τους ίδιους φίλους, σε ξέχασα, με ξέχασες, και πίνουμε την ίδια ώρα καφέ, την ίδια ώρα ξυπνάμε, ακούμε την ίδια μουσική, με τον ίδιο τρόπο περπατάμε, φοράμε όμοια πουκάμισα, ακούμε στο πως – όμοια μας ονόμασαν κι τους δύο, κι όταν κοιταζόμαστε στον καθρέπτη κάνουμε τις ίδιες κινήσεις ακριβώς,
δικέ μου.